14-6-2011
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Θέμα: Συνοπτικές παρατηρήσεις και Προτάσεις επί των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων του Ν. 3919/2011 και του ν. 3844/2010
Ι) Επί της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν 3919/2011.
1. Με Π.Δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (Υ.Σ) μπορεί να αρθούν και άλλοι περιορισμοί πέραν εκείνων που αναφέρονται στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου του Ν. 3919/2011.
Το ως άνω Π.Δ/γμα εκδίδεται εντός 4 μηνών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, δηλ πρέπει να εκδοθεί μέχρι την 3-7-2011 (αρθ. 10 παρ. 1 Ν. 3919/2011). Η τετράμηνη αυτή προθεσμία είναι ενδεικτική και στην πραγματικότητα αποτελεί έντονη υπόδειξη του νομοθέτη προς την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση (Υ.Σ. εν προκειμένω) να ασκήσει την κανονιστική αρμοδιότητά της εντός της τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας.
2. Δυνητικά, η ανωτέρω εξουσιοδότηση αφορά τις παρακάτω «απαιτήσεις» (με την έννοια του άρθρου 4 περιπτ. 7 της οδηγίας 2006/123 και του άρθρου 2 περιπτ. 7 του Ν 3844/2010) του Κώδικα Δικηγόρων και της εν γένει δικηγορικής νομοθεσίας που αφορούν στην πρόσβαση στο δικηγορικό λειτούργημα ή την άσκηση αυτού: (ενδεικτική η αναφορά)
α) Την ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλων σπουδών Νομικής Κοινοτικών ΑΕΙ.
β) Τα ηλικιακά όρια για την εγγραφή στα Μητρώα ασκούμενων Δικηγόρων
γ) Την (απόλυτη) απαγόρευση εγγραφής στα Μητρώα ασκούμενων δικηγόρων μετά την πάροδο πενταετίας από τη λήψη του πτυχίου Νομικής
δ) Την υποχρέωση εγγραφής στα μητρώα ασκούμενων μετά πάροδο εξαμήνου από τη λήψη του πτυχίου Νομικής
ε) Την υποχρέωση υποβολής αιτήματος διορισμού ως Δικηγόρου σε Πρωτοδικείο εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων με τις οποίες ολοκληρώνεται η πρακτική επαγγελματική εκπαίδευση του Δικηγόρου
στ) Η υποχρέωση εγγραφής στα μητρώα Δικηγόρων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου εντός δύο μηνών από την δόση του όρκου διορισμού ως Δικηγόρου και η τεκμαιρόμενη (αμαχήτως) παραίτηση εκ του διορισμού και της ορκωμοσίας δικαιωμάτων του διοριζόμενου μετά την άπρακτη πάροδο της ανωτέρω δίμηνης προθεσμίας (το αυτό ισχύει και για την μετάθεση εντός προθεσμίας ενός μηνός)
ζ) Την απαγόρευση επαναδιορισμού Δικηγόρου μετά την πάροδο πενταετίας από την παραίτηση
η) Την διαγραφή από τα μητρώα Δικηγόρων σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής της δηλώσεως του άρθρου 28 του Κωδ. Δικηγόρων.
θ) Την απαγόρευση σύναψης έμμισθης Δικηγορικής εντολής με περισσότερους του ενός εντολείς
ι) Τις υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές των έμμισθων Δικηγόρων
ια) Την υποχρεωτική σύναψη συμβάσεως έμμισθης Δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου
ιβ) Την απαγόρευση συνάψεως συμβάσεως έμμισθης Δικηγορικής εντολής στους Δικηγόρους που έχουν συμπληρώσει το 65ο της ηλικίας ή τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως από το Ταμείο Νομικών.
ιγ) Την υποχρέωση των Δικηγόρων που λαμβάνουν σύνταξη ή άλλη συνταξιοδοτική παροχή μεγαλύτερη (αθροιστικά) της σύνταξης Δικηγόρου με σαράντα συντάξιμα χρόνια να επιλέξουν μεταξύ της άσκησης της δικηγορίας και της απόληψης της σύνταξης και την διαγραφή τους από τα μητρώα Δικηγόρων σε περίπτωση μη υποβολής εμπρόθεσμης δήλωσης επιλογής.
ιδ) Την απαγόρευση συμπαράστασης (με Δικηγόρο Παρ’ Αρείω Πάγω και ΣτΕ) στο Συμβούλιο της Επικρατείας (πλην των αναιρετικών διαφορών) Δικηγόρου παρ’ Εφέταις που ασκεί το λειτούργημα του Δικηγόρου πλέον των 10 ετών εκ των οποίων εξ παρ΄Εφετείω.
ιε) Την απαγόρευση άσκησης έργων (δραστηριοτήτων) ασυμβίβαστων προς Δικηγόρο
ιστ) Τα ανώτατα όρια δικηγορικής αμοιβής
3. Η ανωτέρω εξουσιοδότηση είναι οριζόντια και αφορά κάθε «απαίτηση» όλης της νομοθεσίας συμπεριλαμβανομένων και του Κώδικα Δικηγόρων και της εν γένει δικηγορικής νομοθεσίας (με την έννοια που προεκτέθηκε) που θα θεωρηθεί από την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση ως «περιορισμός» στην πρόσβαση στο επάγγελμα και ιδίως στο δικηγορικό λειτούργημα ή την άσκηση αυτού. Συνεπώς είναι γενική, ασαφής, αόριστη και αντίκειται για τον λόγο αυτό στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος.
4. Το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να βρίσκεται σε επαγρύπνηση σε ότι αφορά την άσκηση της ανωτέρω κανονιστικής αρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση εκδόσεως του ως άνω Π.Δ/γτος πρέπει: α) να γίνει παρέμβαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά το στάδιο της επεξεργασίας του δ/τος αυτού και β) να ασκηθεί κατ’ αυτού αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ και να ζητηθεί η ακύρωσή του λόγω αντισυνταγματικότητας.
ΙΙ) Επί της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν 3919/2011.
Α. ΓΕΝΙΚΑ
5. Με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.3919/2011 προβλέπεται οριζόντια κατάργηση όλων των περιορισμών που αφορούν στην πρόσβαση και την άσκηση όλων των επαγγελμάτων, όπως προβλέπονται στην εν γένει ισχύουσα νομοθεσία, πέραν των ρυθμίσεων του κεφαλαίου Β του εν λόγω νόμου, με την πάροδο 4 μηνών από τη δημοσίευσή του δηλ. μετά την 3-7-2011 (άρθ 10 παρ 2 Ν. 3919/2011).
6. Οι παραπάνω απαιτήσεις αναφέρονται περιοριστικά στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού και είναι οι ακόλουθες: (ειδικά σε ότι αφορά το Δικηγορικό Λειτούργημα)
α) Η απαγόρευση ασκήσεως της Δικηγορίας εκτός των ορίων της περιφέρειας του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (άρθρο 2 παρ 2 περίπτωση γ). Η απαγόρευση αυτή ήδη έχει καταργηθεί με την παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011
β) Η απαγόρευση δημιουργίας πολλαπλής επαγγελματικής εγκατάστασης (αρθ. 2 παρ 2 περίπτωση ε). Μετά την κατάργηση της εδαφικής (τοπικής) δικηγορικής αρμοδιότητας και ο περιορισμός αυτός έχει αρθεί με την παρ. 1 του άρθρου 5 του νόμου αυτού (βλ εμμέσως και παρ 4 του ιδίου άρθρου του Ν. 3919/2011 και άρθρο 14 παρ 3 και 15 παρ 2 περίπτωση ε της οδηγίας 2006/123 και άρθρο 15 παρ 3 και 16 παρ 2 περ. ε Ν.3844/2010). Η υποχρέωση διατήρησης γραφείου στην έδρα του οικείου δικηγορικού συλλόγου αφορά προφανώς την κύρια έδρα και όχι την δευτερεύουσα εγκατάσταση. Διαφορετικά ο νόμος θα όριζε «υποχρεούται να διατηρεί γραφείο μόνο στην έδρα του Συλλόγου που ανήκει».
γ) Η απαγόρευση σύστασης κεφαλαιουχικών Δικηγορικών εταιρειών (αρθ 2 παρ 2 περίπ. ζ)
δ) Η απαγόρευση συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο προσωπικής επαγγελματικής Δικηγορικής εταιρείας ή στα κέρδη αυτής τρίτου προσώπου μη δικηγόρου (αρθ 2 παρ 2 περίπτ η). Πρόκειται για μια επιμέρους έκφανση της απαγόρευσης σύστασης πολυεπαγγελματικών Δικηγορικών εταιρειών (βλ άρθρο 26 Ν. 3844/2010, άρθρο 25 της οδηγίας 2006/123 και άρθρο 2 παρ 1 π.δ. 81/2005)
ε) Ο υποχρεωτικός νομοθετικός καθορισμός (άμεσα ή έμμεσα) ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών (αρθ 2 παρ 2 περιπτ θ) Ο «περιορισμός» αυτός έχει ήδη αρθεί (ως κανόνας) με την παρ 6 α, β του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια.
Β. ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡ. 4 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΤΟΥ Ν. 3919/2011
7. Με την παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 3919/2011 παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με Π.Δ. που εκδίδεται με πρόταση του καθ’ ύλην αρμοδίου Υπουργού (Δ/νης εν προκειμένω) και του Υπουργού Οικονομικών, εντός 4 μηνών από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου, δηλ μέχρι την 3-7-2011 (αρθ 10 παρ 1 Ν 3919/2011) να θεσπίζει εξαιρέσεις ορισμένου επαγγέλματος από τη γενική ρύθμιση της παρ 1 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου και τη διατήρηση περιορισμού αναφερομένου στην παρ 2 του ιδίου νόμου ή θεσπιζόμενου δυνάμει της παρ. 3 ως έχει ή με ηπιότερη μορφή εφ’ όσον: ι) με τον περιορισμό αυτόν επιδιώκεται η εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος (με την έννοια της παρ. 40 του προοιμίου της οδηγίας 2006/123, του άρθρου 4 περιπτ 8 της ίδιας οδηγίας και του άρθρου 2 περιπτ 8 Ν. 3844/2010). ιι) ο περιορισμός αυτός δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και ιιι) δεν εισάγει άμεσες ή έμμεσες διακρίσεις με βάση την ιθαγένεια (επί φυσικών προσώπων) ή την έδρα (επί επιχειρήσεων).
8. Οι «περιορισμοί» που δύνανται να διατηρηθούν με το ως άνω ΠΔ είναι οι ακόλουθοι:
α) Οι εδαφικοί περιορισμοί (εδαφική δικηγορική αρμοδιότητα, συμπαράσταση με τοπικό Δικηγόρο, απαγόρευση διατήρησης δευτερεύουσας εγκατάστασης). Οι περιορισμοί αυτοί αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στην εξασφάλιση της δυνατότητας άμεσης πρόσβασης σε Δικηγόρο με μόνιμη εγκατάσταση σε συγκεκριμένη πρωτοδικειακή περιφέρεια και, συνακόλουθα, σε Δικαστήριο των κατοίκων των γεωγραφικά απομονωμένων ή των λιγότερο προνομιούχων περιοχών της χώρας και η παροχή κινήτρου μόνιμης εγκατάστασης Δικηγόρων στις περιοχές αυτές για τον ίδιο λόγο (βλ σχετικά αρθ 20 παρ 1 Συντ, 6 παρ 1 ΕΣΔΑ, 14 παρ 1 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και όγδοο συνέδριο του ΟΗΕ με θέμα “βασικές αρχές για τον ρόλο των Δικηγόρων και την πρόσβαση σε Δικηγόρους” που εγκρίθηκε από την Γ.Σ. του ΟΗΕ με την 45/121 απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1990 σε Αλεξιάδη Στέργιο «Βασικές Αρχές για το ρόλο των Δικηγόρων», Αρμ 1995 σελ 133 επ. και ιδίως σελ 137, Ευρ Δ.Α.Δ. απόφ της 4-12-2008 Μουσταφά Αππά κατά Ελλάδας, ΑΠ 1332/2007, Ολομ. Επιτρ. Ανταγωνισμού 413/V/2008 πρβλ και Δ.Ε.Ε. αποφ της 1-6-2010, τμήμα Μείζονος Συνθέσεως, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-570/07 και C-571/07 Perez και Comez, και ΔΕΚ αποφ. της 19-5-2009, C-531/06 Επιτροπή κατά Ιταλίας, Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως και όμοια απόφαση της 19-5-2009 συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-171/07 και C-172/07, που ναι μεν αφορούν τους φαρμακοποιούς, αλλά για την ταυτότητα του νομικού λόγου και a fortiori αφορούν και τους «περιορισμούς» στο Δικηγορικό Λειτούργημα, πρβλ και ΔΕΕ απόφ της 29-3-2011, C-565/08, Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως, για την έννοια του «περιορισμού» σύμφωνα με τη Συνθήκη ειδικά στην άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος.
Ο παραπάνω περιορισμός δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, δεν είναι απόλυτος διότι προβλέπονται εξαιρέσεις (π.χ ποινικές υποθέσεις, ακυρωτικές διαφορές «ποινικής φύσεως» διοικητικές υποθέσεις). Επίσης δεν παρακωλύει την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος σε άλλη περιφέρεια, η οποία (άσκηση) επιτρέπεται με την συμπαράσταση τοπικού δικηγόρου. Η συμπαράσταση αυτή δεν αντίκειται στον ελεύθερο ανταγωνισμό (βλ 413/V/2008 αποφ. της Ολομ της Επιτρ Ανταγωνισμού) και εξυπηρετεί τον διάδικο (μείωση των δικαστικών εξόδων, ενημέρωση του Δικηγόρου άλλου Δικηγορικού Συλλόγου για τις ιδιαιτερότητες της τοπικής νομοθεσίας και την τοπική νομολογία) και συμβάλλει στην ανάπτυξη κλίματος συνεργασίας μεταξύ των Δικηγόρων άλλων περιφερειών, στην σύσφιξη της συνοχής του Δικηγορικού Σώματος και στην άμβλυνση του εξοντωτικού ανταγωνισμού. Η συμπαράσταση με τοπικό Δικηγόρο (γνωστή στον κοινοτικό νομοθέτη με την οδηγία 98/5) και η διατήρηση αποκλειστικής έδρας είναι απόρροια της εδαφικής δικηγορικής αρμοδιότητας και ως εκ τούτου, ως παρεπόμενοι περιορισμοί, υπηρετούν τον αυτό επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που επέβαλε τη θέσπιση της εδαφικής αρμοδιότητας. Η νομοθετική άρση του δικαιολογητικού λόγου θέσπισης της εδαφικής αρμοδιότητας, συμπαρασύρει και την απαγόρευση διατήρησης πολλαπλής έδρας και καθιστά πλέον χωρίς εμφανή επιτακτικό δικαιολογητικό λόγο δημοσίου συμφέροντος και τη διατήρηση της απαγόρευσης σύστασης δικηγορικής εταιρείας μεταξύ Δικηγόρων διαφορετικών δικηγορικών συλλόγων.
β) Ο υποχρεωτικός νομοθετικός καθορισμός των ελάχιστων ορίων δικηγορικών αμοιβών (Η παρούσα εισήγηση περιορίζεται μόνο σε γενικές παρατηρήσεις και όχι στο ειδικότερο περιεχόμενο των παρεχόμενων νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων των παρ. 6,8,9,10,16 του άρθρου 5 ν. 3919/2011):
i) Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 92 Κωδ. Δικηγ. (όπως αντικ. με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011), η δικηγορική αμοιβή καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή και έγκυρη συμφωνία του Δικηγόρου με τον εντολέα του, που περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες (κανόνας) και καταργούνται όλες οι οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές.
ii) Κατ’ εξαίρεση, και μόνο σε περίπτωση μη υπάρξεως έγκυρης γραπτής συμφωνίας, οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές, νοούνται ως νόμιμες αμοιβές και παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με π.Δ/γμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπ. Δ/νης και Οικονομικών μετά γνώμη (απλή) της Ολομέλειας των προέδρων των Δ.Σ.Ε για την επαναρρύθμιση των νομίμων αμοιβών και για τον καθορισμό των νομίμων αμοιβών που υπολογίζονται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της, εκφραζόμενης ή αποτυπωμένης σε χρήμα αξίας, επί της οποίας αυτά υπολογίζονται.
iii) Με το άρθρο 96 παρ. 1 του Κωδ. Δικ. (όπως αντικ. με την παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011), καταργείται η υποχρεωτική προκαταβολή της αμοιβής του Δικηγόρου από τον διάδικο στον Δικηγορικό Σύλλογο και υποχρεώνεται πλέον ο Δικηγόρος σε προκαταβολή ορισμένου ποσοστού επί “ποσού αναφοράς”, ίσου (του ποσοστού) με το μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν. 3919/2011 παρακρατούμενου από την προκαταβολή της δικηγορικής αμοιβής, ως «εισφορά» υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, των ασφαλιστικών ταμείων και των ειδικών διανεμητικών λογαριασμών των Δικηγόρων (όπου υπάρχουν).
Παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στους Υπ. Οικονομικών, Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεως και Δ/νης με κοινή απόφαση (ΚΥΑ) να καθορίσουν τα κατά περίπτωση αποδιδόμενα ποσοστά των ως άνω εισφορών και το συνολικό ποσοστό αυτών επί ποσού αναφοράς. Παρέχεται επίσης νομοθετική εξουσιοδότηση στους παραπάνω Υπουργούς μετά γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των ΔΣΕ να καθορίσουν το «ποσό αναφοράς».
iv) Με την παρ. 2 του άρθρου 96 Κωδ. Δικ, (όπως ισχύει μετά την αντικ. του με την παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011), παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με π.Δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δ/νης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων, μετά γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των Δ.Σ.Ε να αναπροσαρμόζουν τα ποσοστά επί ποσών αναφοράς και να αντικαθιστούν το ως άνω σύστημα των ποσοστών επί ποσών αναφοράς με καθοριζόμενα προκαταβαλλόμενα πάγια ποσά για κάθε διαδικαστική πράξη ή παράσταση Δικηγόρου.
v) Τέλος παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Δ/νης ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας των προέδρων των ΔΣΕ για την αναπροσαρμογή του ύψους του προστίμου της παρ. 4 εδάφ α,β του άρθρου 96 Κωδ. Δικηγ. όπως ισχύει σήμερα.
vi) Οι παραπάνω ρυθμίσεις είναι αντισυνταγματικές, δυσεφάρμοστες και δυσλειτουργικές. Ειδικότερα:
αα) Μόνο για τους Δικηγόρους προβλέπεται ο καθορισμός της αμοιβής με γραπτή και έγκυρη συμφωνία (ανισότητα).
ββ) Ειδικά για τους συμ/φους διατηρείται ο καθορισμός υποχρεωτικής αναλογικής αμοιβής (ως κανόνας), διότι είναι δημόσιοι λειτουργοί (!), ενώ, εξ αντιδιαστολής, οι Δικηγόροι δεν είναι!!! (ανισότητα)
γγ) Με την κατάργηση της υποχρέωσης του διαδίκου να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο την αμοιβή του Δικηγόρου, χειροτερεύει η θέση των δικηγόρων που δεν διαθέτουν διαπραγματευτική ισχύ και δεν τελούν (εκ των πραγμάτων) σε σχέση υπεροχής με τους εντολείς τους (νέοι δικηγόροι και οικονομικά ασθενέστεροι έναντι τραπεζών, ασφαλιστικών εταιριών, μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών, μεγάλων επιχειρήσεων).
δδ) Είναι αδύνατος άλλως δυσεφάρμοστος και εξόχως δυσλειτουργικός ο εκ των προτέρων υπολογισμός του συνολικού κόστους της δίκης και ιδίως των επί μέρους πράξεων αυτής (παραδείγματα θα αναπτυχθούν προφορικά)
εε) Η αποδέσμευση των υποχρεωτικών εισφορών από τη δικηγορική αμοιβή, καθιστά πλέον αυτές (εισφορές) “φόρο” με την έννοια του άρθρου 78 παρ 1 και 4 του Συντάγματος. Εφ’ όσον το «ποσό αναφοράς» αποδεσμεύεται από την Δικηγορική αμοιβή και καθίσταται «υποχρεωτική εισφορά» (φόρος ειδικού σκοπού) δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτός ο καθορισμός του αντικειμένου της φορολογίας (κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος, όπως έχει ήδη νομολογηθεί από το ΣτΕ, του Α.Π και το ΑΕΔ) με νομοθετική εξουσιοδότηση. Το ίδιο συμβαίνει και με την αναπροσαρμογή των ποσοστών επί ποσών αναφοράς με το Π.Δ της παρ. 2 του άρθρου 96 Κωδ. Δικηγ., διότι αφορά καθορισμό φορολογικού συντελεστή για τον οποίο δεν επιτρέπεται νομοθετική εξουσιοδότηση ή για την αντικατάσταση του συστήματος ποσοστών επί ποσών αναφοράς με προκαταβαλόμενα πάγια ποσά, χωρίς το ύψος και το είδος αυτών να καθορίζεται με τυπικό νόμο.
Υπό την εκδοχή ότι το ποσοστό και το ποσό αναφοράς καθορίζονται επί της νομίμου δικηγορικής αμοιβής (και όχι επί της συμφωνημένης), θα παρατηρηθεί το προδήλως άτοπο η συμφωνημένη γραπτή συμφωνία να είναι δεσμευτική για το μείζον (καθορισμός δικαστικής δαπάνης από τα Δικαστήρια, παρακράτηση φόρου στην πηγή και απόδοση αυτού και για τον ΦΠΑ) όχι όμως για το έλασσον (υποχρεωτικές εισφορές προς το Δικηγ. Σύλλογο, τους ασφαλιστικούς φορείς και τον ειδικό διανεμητικό λογαριασμό νέων δικηγόρων). Επίσης, ενδέχεται η εισφορά να είναι μεγαλύτερη της συμφωνημένης δικηγορικής αμοιβής (παραδείγματα θα αναφερθούν προφορικά) με αποτέλεσμα την φαλκίδευση ή την ουσιώδη ελάττωση ή την ολική αφαίρεση της περιερχόμενης στο Δικηγόρο αμοιβής. Εάν η εισφορά καθοριστεί σε μικρό ύψος τότε θα περιοριστούν ουσιωδώς τα έσοδα των Δικηγ. Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων.
Τέλος, και εφ’ όσον δεν προκύπτει γραπτή συμφωνία, με το νέο σύστημα όλες οι νόμιμες αμοιβές των Δικηγόρων, θα είναι του αυτού ύψους, με αποτέλεσμα είτε να θεωρηθούν οι ρυθμίσεις αυτές ως έμμεσος υποχρεωτικός καθορισμός αμοιβών και μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με τον (καταργούμενο) υποχρεωτικό νομοθετικό καθορισμό είτε ότι υφίσταται στους Δικηγόρους απαγορευμένη από το Κοινοτικό Δίκαιο του ανταγωνισμού εναρμονισμένη πρακτική.
vii) Τέλος σε ότι αφορά τους ιδιαίτερους διανεμητικούς λογαριασμούς των άρθρων 96 Α και 161 του Κωδ. Δικηγόρων (όπως αντικ. με τις παρ. 9 και 10 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011) επισημαίνονται τα εξής:
αα) Παρέχεται εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομικών και Δ/νης με κοινή απόφαση (ΚΥΑ) που εκδίδεται μετά από απόφαση του Δ.Σ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (πλειοψηφία 2/3) για την σύσταση ιδιαίτερου διανεμητικού λογαριασμού και τη ρύθμιση κάθε αναγκαίου ζητήματος ή λεπτομέρειας που αφορά τη λειτουργία του λογαριασμού αυτού.
ββ) Με όμοια απόφαση και με την ίδια διαδικασία οι Δικηγόροι μπορούν να υποχρεωθούν σε προκαταβολή εισφοράς προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο συγκεκριμένου ποσοστού επί «ποσού αναφοράς» ή επί «ποσοστού αναφοράς» υπολογιζομένου επί της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας.
γγ) Παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομικών και Δ/νης με κοινή απόφασή τους (ΚΥΑ) που εκδίδεται μετά γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των ΔΣΕ για τον καθορισμό και την αναπροσαρμογή των «ποσών» ή των «ποσοστών αναφοράς» με βάση τα οποία υπολογίζονται ποσοστιαίως οι προκαταβολές των δικηγόρων προς τον Δικηγορικό Σύλλογο.
δδ) Όπως έχει κρισθεί από το ΣΤΕ οι παραπάνω «εισφορές» δεν αποτελούν «φόρο» κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος. Υπάρχει όμως ζήτημα σχετικά με τις αρμοδιότητες της Γ.Σ των Συλλόγων για τον καθορισμό ειδικών εισφορών και του σκοπού αυτών (άρθρο 200 περίπτ. γ Κώδικα Δικηγόρων).
εε) Ο καθορισμός του ύψους του παρακρατούμενου ποσοστού καθορίζονταν πριν τον Ν. 3919/2011, με απόφαση του Δ.Σ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Με τις ρυθμίσεις όμως του άρθρου 161 Κωδ Δικηγόρων (όπως αντικ. με την παρ. 10 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011), το παρακρατούμενο ποσοστό ορίζεται από τους Υπ. Οικον. και Δ/νης μετά γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των ΔΣΕ και όχι με απόφαση του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή του Δ.Σ αυτού. Με δεδομένο ότι η παραπάνω εισφορά υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού δεν έχει το χαρακτήρα «φόρου», αυτή αποτελεί περιουσία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ο οποίος έτσι στερείται του δικαιώματος της λήψης απόφασης για την ελεύθερη διάθεση αυτής (ως προς το ύψος του ποσοστού) στα μέλη του και με την έννοια αυτή τίθεται ζήτημα παράβασης του άρθρου 17 παρ. 1,2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. και άρθρο 194 του Κωδ. Δικηγόρων).
Σημειωτέο ότι οι διανεμητικοί λογαριασμοί των Δικηγορικών Συλλόγων έχουν δεχθεί κατά καιρούς «επιθέσεις» που αποκρούστηκαν με την επίκληση επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στην διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς ορίου διαβίωσης άμισθων Δημοσίων Λειτουργών. Με την κατάργηση όμως των υποχρεωτικών ελάχιστων αμοιβών, που εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό, τίθεται πλέον (τουλάχιστον) εν αμφιβόλλω η δικαιολόγηση των διανεμητικών λογαριασμών από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, και, ενδέχεται να αμφισβητηθεί δικαστικά η υποχρέωση προκαταβολής των εισφορών αυτών, ιδίως όταν δεν υφίσταται εύλογη ανταποδοτικότητα, από συναδέλφους που δεν αποδέχονται την λειτουργία των ταμείων συνεργασίας και αλληλοβοήθειας.
Υπό την εκδοχή ότι αποτελούν “φόρο” κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος, (υποχρεωτική εισφορά χωρίς απόφαση του εκπροσωπούντος τα μέλη του Δικηγ. Συλλόγου οργάνου) η σύσταση και λειτουργία των διανεμητικών λογαριασμών ενδέχεται να κριθεί αντισυνταγματική (οι φόροι δεν διανέμονται σε “ελεύθερους επαγγελματίες”).
viii) Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να διατηρηθεί το προηγούμενο σύστημα καθορισμού των ελάχιστων δικηγορικών αμοιβών, που δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην από 17-6-2010 ανακοίνωση του ΔΣΙ και στο υπ’ αριθμ. 58224/23-6-2010 έγγραφο των Γενικών Δ/νσεων Διοίκησης Δικαιοσύνης, Νομοθετικού Συντονισμού και Ειδικών Διεθνών Νομικών Σχέσεων του Υπ. Δ/νης, που απευθύνεται στην ειδική νομική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, (βλ. επίσης και τις παρατηρήσεις του ΔΣΙ για τις ρυθμίσεις του Ν. 3919/2011, ως σχεδίου νόμου, και ιδίως το κεφ. ІІІ αυτών που έχουν ήδη διανεμηθεί σε προηγούμενη Ολομέλεια), με τις τροποποιήσεις που θα αναφερθούν στο κεφάλαιο «προτάσεις» της παρούσας.
γ) Η απαγόρευση σύστασης κεφαλαιουχικών Δικηγορικών εταιρειών, η απαγόρευση σύστασης πολυεπαγγελματικών εταιρειών και η απαγόρευση άσκησης πολλαπλών δραστηριοτήτων στους Δικηγόρους, διότι οι απαγορεύσεις αυτές δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, (βλ. σχετ. ΔΕΚ απόφαση της 19-2-2002, C-309/1999, Wouters, ειδικά για την απαγόρευση σύστασης πολυεπαγγελματικής εταιρίας μεταξύ δικηγόρων και λογιστών, πρβλ. και ΔΕΚ απόφαση της 19-5-2009, C-531/06 και όμοια της 19-5-2009 c-171/07 και 172/07, τμήμα μείζονος συνθέσεως, οι οποίες ναι μεν αφορούν τους φαρμακοποιούς, αλλά οι σχετικές κρίσεις του ΔΕΚ ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και a fortiori και για τους Δικηγόρους, βλ. επίσης άρθρο 26 παρ 1 περίπτωση α και παρ. 2 άρθρο 26 Ν. 3844/2010 και άρθρ. 25 οδηγίας 2006/123).
ΙΙΙ) ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΡ. 2 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΟΥ Ν. 3919/2011
9. Με την παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 3919/2011 καταργούνται οι “απαιτήσεις” προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκηση επαγγέλματος, πέραν εκείνων για τα οποία διαλαμβάνεται ρύθμιση στο κεφ. Β του νόμου αυτού.
10.Η φράση “πέραν εκείνων για τα οποία διαλαμβάνεται ρύθμιση στο κεφ. Β' του Ν. 3919/2011, είναι άστοχη νομοτεχνικά, ασαφής και δημιουργεί ερμηνευτικά προβλήματα (το ίδιο συμβαίνει και με τις διατάξεις των παρ. 1, 3, 4 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου). Ειδικότερα: Υπό την εκδοχή ότι με τη φράση “πέραν εκείνων”, νοούνται τα επαγγέλματα που αναφέρονται στο κεφ. Β του νόμου και άλλα επαγγέλματα, φαίνεται ότι η κατάργηση αυτή αφορά και τους Δικηγόρους.
Υπό την εκδοχή ότι με τη φράση αυτή (“πέραν εκείνων ....”) νοούνται τα λοιπά επαγγέλματα πλην εκείνων που αφορούν οι ρυθμίσεις του κεφ. Β του Ν. 3919/2011 φαίνεται ότι η κατάργηση αυτή δεν αφορά και τους Δικηγόρους.
11.Σύμφωνα με την παρ. 39 του προϊμίου της οδηγίας 2006/123 η έννοια του “συστήματος χορήγησης άδειας” καλύπτει, μεταξύ άλλων, τις διοικητικές διαδικασίες, βάσει των οποίων χορηγούνται άδειες καθώς επίσης και την υποχρέωση του προσώπου που επιθυμεί να ασκήσει τη δραστηριότητα να γίνει μέλος επαγγελματικού οργάνου ή να εγγραφεί σε σχετικό μητρώο, να διορισθεί επίσημα σε κάποιο όργανο ή να αποκτήσει επαγγελματική κάρτα (ταυτότητα) που να πιστοποιεί την ιδιότητα του (βλ. και άρθρο 4 περίπτ. 6 της οδηγίας 2006/123 και άρθρο 2 περίπτ. 6 ν. 3844/2010).
12. Σύμφωνα με τον Κωδ. Δικηγ. οι δικηγόροι διορίζονται με επίσημη πράξη της Πολιτείας, υποχρεώνονται να εγγραφούν στο μητρώο Δικηγόρων συγκεκριμένου Δικηγορικού Συλλόγου και αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα προς απόδειξη της ιδιότητας τους. Με την έννοια αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του Ν. 3919/2011).
13. Με δεδομένο όμως ότι ο διορισμός των Δικηγόρων με επίσημη πράξη της Πολιτείας σε συγκεκριμένη εδαφική περιφέρεια και η εγγραφή τους στο μητρώο Δικηγόρων συγκεκριμένου Δικηγορικού Συλλόγου είναι άρρηκτα συνυφασμένος με την άσκηση του θεμελειώδους Δικαιώματος της πρόσβασης σε Δικαστήριο (δια του Δικηγόρου) των κατοίκων των γεωγραφικά απομονωμένων και τον λιγότερο προνομιούχων περιοχών και αποτελεί νομοθετική εκδήλωση και αναγνώριση του λειτουργηματικού χαρακτήρα της Δικηγορίας και του Δικηγόρου ως άμισθου δημοσίου λειτουργού, το εν λόγω “σύστημα διοικητικής άδειας” δεν εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 3 του Ν. 3919/2011. Και τούτο διότι: α) το σύστημα αυτό διέπεται αμέσως ή εμμέσως από ειδικές διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου (βλ. οδηγία 2005/36, π.δ. 38/2010, π.δ. 122/2010, οδηγία 98/5, π.δ. 152/2000, οδηγία 77/249, π.δ. 258/87) και ως εκ τούτου δεν θίγεται (αρθ. 9 παρ. 3 οδηγίας 2006/123, άρθρο 10 παρ. 3 Ν. 3844/2010) και β) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο και δεν θίγεται και για τον λόγο αυτό (βλ. αρθ. 1 παρ. 7 εδαφ. α της οδηγίας 2006/123 και άρθρο 3 παρ. 3 περίπτ. ζ του ν. 3844/2010.
14. Με την παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 3919/2011παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με Π.Δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού (Δ/νης εν προκειμένω) και του Υπουργού Οικονομικών, εντός 4 μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι την 3-7-2011 (αρθ. 10 παρ. 1 ν. 3919/2011) για την θέσπιση εξαιρέσεως ορισμένου επαγγέλματος από την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του εν λόγω νόμου, αν η διατήρηση του νομικού καθεστώτος της προηγούμενης διοικητικής άδειας επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
15. Ενόψει των ανωτέρω και προς άρση κάθε αμφισβήτησης σχετικά με την άρση του “συστήματος διοικητικής αδειοδότησης” των Δικηγόρων, χρήσιμο θα ήταν με το Π.Δ/γμα της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 3919/2011, να εξαιρεθούν ρητά οι Δικηγόροι από την εφαρμογή της παρ. 1 του ως άνω άρθρου του εν λόγω νόμου, για τους προαναφερθέντες επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν τη διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος διορισμού και εγγραφής στα μητρώα Δικηγόρων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
IV) ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡ. 16 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΟΥ Ν. 3919/2011
16. Με την παρ. 16 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον ΠτΔ με Π.Δγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μετά γνώμη (απλή) της Ολομέλειας των Προέδρων των Δ.Σ.Ε για την αναγκαία προσαρμογή στις διατάξεις του εν λόγω νόμου των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, καθώς και οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος που αφορά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.
17. Η παραπάνω εξουσιοδότηση είναι ασαφής, γενική και αόριστη, αφού αφορά κάθε “αναγκαία” προσαρμογή του Κώδικα Δικηγόρων και της εν γένει Δικηγορικής νομοθεσίας στις διατάξεις του 3919/2011. Μ' άλλα λόγια, παρέχεται ευρύτατη νομοθετική εξουσιοδότηση για τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση των (μη αναφερόμενων) διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων ή οποιουδήποτε άλλου (μη αναφερομένου) νομοθετήματος που αφορά την άσκηση του Δικηγορικού επαγγέλματος (ΚΠολΔ, ΚΔΔ, π.δ. 18/1989, απαλλοτριώσεις κλπ).
18. Η εξουσιοδότηση αυτή λόγω της γενικότητας, αοριστίας και ασάφειάς της, αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος και ενέχει τον κίνδυνο, με το πρόσχημα της “προσαρμογής”, να τροποποιηθούν, αντικατασταθούν ή καταργηθούν οι περισσότερες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων ή κάθε άλλη σχετική διάταξη της εν γένει δικηγορικής νομοθεσίας.
V. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
19. Άμεση προτεραιότητα για το Δικηγορικό Σώμα έχει η έκδοση του Π. Δ/γματος της παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 3919/2011. Και τούτο διότι αν δεν διατηρηθούν οι περιορισμοί της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3919/2011 μέχρι την 3-7-2011, θα επιτρέπεται πλέον η δευτερεύουσα επαγγελματική εγκατάσταση, η σύσταση κεφαλαιουχικών Δικηγορικών Εταιρειών, η σύσταση πολυεπαγγελματικών εταιρειών Δικηγόρων με άλλους επαγγελματίες, θα ισχύει η κατάργηση των εδαφικών περιορισμών και των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων δικηγορικών αμοιβών, και δεν θα υφίστατο πλέον λόγος δημοσίου συμφέροντος για τη διατήρηση της απαγόρευσης σύστασης δικηγορικής εταιρείας μεταξύ Δικηγόρων διαφορετικών Δικηγορικών Συλλόγων.
20. Για την αποτροπή αυτής της αρνητικής για το Δικηγορικό Σώμα εξέλιξης, πρέπει να υποβληθεί από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δ.Σ.Ε., από Δικηγορικούς Συλλόγους αλλά και από Δικηγόρους, φορείς ή και πολίτες αίτημα στους συναρμόδιους υπουργούς Δ/νης και Οικονομικών για την εξαίρεση του Δικηγορικού λειτουργήματος από την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 και τη διατήρηση των “περιορισμών” της παρ. 2 με το ως άνω Π.Δ/γμα.
21. Και ναι μεν η έκδοση του άνω Π. Δ/γματος επαφίεται κατ΄ αρχήν στην διακριτική ευχέρεια της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης (... “είναι δυνατή...”) πλην όμως, η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 3919/2011, ερμηνευόμενη σύμφωνα με το Κοινοτικό Δίκαιο και το Σύνταγμα, έχει την έννοια ότι η διοίκηση οφείλει (κατά δεσμία αρμοδιότητα) να προβεί σε εξακρίβωση των “απαιτήσεων” του Κώδικα Δικηγόρων και της εν γένει Δικηγορικής νομοθεσίας, στην αξιολόγηση αυτών με τα κριτήρια των άρθρων 15 και 25 της οδηγίας 2006/123, η οποία, αυτονοήτως, υπερέχει των διατάξεων του Ν. 3919/2011 και στην διατήρησή τους, εφ' όσον δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Διαφορετικά τίθεται ζήτημα συμβατότητας του άρθρου 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1, 2, 4, 6, (α, β), 7, 8, 10, 16 του Ν. 3919/2011 με το Κοινοτικό Δίκαιο και αντισυνταγματικότητας, όπως ειδικότερα αναλύεται στο κεφ. ΙΙΙ των παρατηρήσεων του Δ.Σ.Ι επί των ρυθμίσεων του ν. 3919/2011, (ως σχεδίου νόμου) που έχουν διανεμηθεί σε προηγούμενη Ολομέλεια.
22. Ειδικότερα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3919/2011, προβλέπεται οριζόντια κατάργηση κάθε απαιτήσεως της ισχύουσας νομοθεσίας αν δεν διατηρηθεί ειδικά για ορισμένο επάγγελμα, με το Π.Δ. της παρ. 4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, που εκδίδεται εντός 4 μηνών από την ισχύ του, δηλαδή μέχρι την 3-7-2011. Η οριζόντια αυτή κατάργηση γίνεται χωρίς την τήρηση των εγγυήσεων των άρθρων 15 και 25 της οδηγίας 2006/123 και ειδικά σε ότι αφορά τους Δικηγόρους αντίκειται και στο Σύνταγμα. Συνεπώς, η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 3919/2011, ερμηνευόμενη σύμφωνα με το Κοινοτικό Δίκαιο και το Σύνταγμα, έχει την έννοια ότι η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, οφείλει (κατά δέσμια πλέον αρμοδιότητα) να προβεί σε εξακρίβωση και αξιολόγηση των απαιτήσεων του Κωδ. Δικηγόρων και της εν γένει Δικηγορικής νομοθεσίας, και, εφ’ όσον προκύπτει ότι οι περιορισμοί αυτοί δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οφείλει να τους διατηρήσει. Διαφορετικά υφίσταται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας και η τυχόν άρνηση διατήρησης αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο και στο Σύνταγμα.
23. Στην προκείμενη περίπτωση από την εισηγητική έκθεση του Ν. 3919/2011, τα πρακτικά συζητήσεων της βουλής αλλά και από την οριζόντια κατάργηση όλων των απαιτήσεων της νομοθεσίας που αφορά όλα τα επαγγέλματα, προκύπτει ότι δεν προηγήθηκε scrining της δικηγορικής νομοθεσίας, ούτε υπήρξε αξιολόγηση των απαιτήσεων αυτών, με τις εγγυήσεις των άρθρων 15 και 25 της οδηγίας 2006/123.
24. Συνεπώς, οφείλει η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση κατά την ενάσκηση της κανονιστικής αρμοδιότητας της παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 3919/2011, να προβεί στην παραπάνω οφειλόμενη ενέργεια, ιδίως όταν υποβληθεί σχετικό αίτημα.
25. Ειδικά σε ότι αφορά τους εδαφικούς περιορισμούς το Δικηγορικό Σώμα μπορεί να υποβάλλει τέσσερα (4) εναλλακτικά αιτήματα.
α) Διατήρηση ως έχουν, όλων των εδαφικών περιορισμών.
β) Διατήρηση ως έχουν όλων των εδαφικών περιορισμών, αλλά με ηπιότερη μορφή σε ότι αφορά την κύρωση για τη παράβαση της εδαφικής αρμοδιότητας σε σχέση με το παραδεκτό της διαδικαστικής πράξης. Σημειωτέο ότι το εν λόγω ζήτημα εκκρεμεί στην ολομέλεια του ΣτΕ μετά από παραπομπή της 1558/2008 αποφάσεως του ΣτΕ, έχει συζητηθεί και αναμένεται η έκδοση αποφάσεως.
γ) Διατήρηση της εδαφικής αρμοδιότητας ως κανόνα και να επιτραπεί η άσκηση της Δικηγορίας σε όλες τις δικαστικές περιφέρειες, μη δυνάμενης όμως να προσλάβει τη μορφή επαγγελματικής εγκατάστασης. Για το σκοπό αυτό το άρθρο 44 Κώδικα Δικηγόρων πρέπει να τροποποιηθεί ως εξής και το άρθρο 56 του ιδίου Κώδικα καταργείται ως άνευ αντικειμένου: “Ο δικηγόρος ασκεί τη δικηγορία εντός της περιφέρειας του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο ανήκει. Κατ΄ εξαίρεση, μπορεί να ασκεί τη δικηγορία και στις περιφέρειες άλλων Δικηγορικών Συλλόγων, αρκεί να μη λάβει μορφή μόνιμης εγκατάστασης». Ενόψει των ανωτέρω και το άρθρο 57 παρ. 1 εδ. α Κώδικα Δικηγόρων πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: “Ο δικηγόρος υποχρεούται να διατηρεί γραφείο μόνο στην έδρα του Συλλόγου στον οποίο ανήκει.
δ) Διατήρηση της απαγόρευσης δευτερεύουσας εγκατάστασης δηλαδή το άρθρο 57 παρ. 1 να αναδιατυπωθεί όπως παραπάνω. Τα αναφυόμενα προβλήματα θα αναλυθούν προφορικά.
26. Σε ότι αφορά τις ελάχιστες δικηγορικές αμοιβές το Δικηγορικό Σώμα μπορεί να υποβάλλει τρία (3) εναλλακτικά αιτήματα:
Α. Διατήρηση ως έχει του προϊσχύοντος συστήματος καθορισμού των αμοιβών, που πλέον νοούνται ως νόμιμες αμοιβές με ταυτόχρονη τροποποίηση του άρθρου 98 Κωδ. Δικηγ. (αυξομείωση των νομίμων αναλογικών αμοιβών από το Δικαστήριο) και του άρθρου 201 παρ. 6 του Κώδ. Δικηγόρων (αρμοδιότητα των Δ.Σ των Συλλόγων να μειώνουν τις πάγιες νόμιμες αμοιβές ή να επιτρέπουν την μη λήψη αμοιβής για λόγους που ανάγονται είτε στην αποδεδειγμένα ιδιαίτερη σχέση του Δικηγόρου με τον εντολέα του ή στην αποδεδειγμένα ιδιαίτερα κακή οικονομική κατάσταση του εντολέα).
Ειδικά σε ότι αφορά τις νόμιμες αμοιβές από δικαιοπραξίες μπορεί να γίνει συνδυασμός με το σύστημα του καθορισμού αμοιβών των συμ/φων (επεκτατική ισότητα και ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1,2 Ν. 3919/2011).
Εξαίρεση των Κοινοτικών Δικηγόρων που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (οδηγία 77/249) από την υποχρέωση προκαταβολής εισφορών υπέρ Δικηγορικού Συλλόγου, Ασφαλ. φορέων και διανεμητικών λογαριασμών.
Β. Κατάργηση της γραπτής και έγκυρης συμφωνίας
Οι πάγιες και αναλογικές αμοιβές των Δικηγόρων νοούνται πλέον ως νόμιμες.
Σε ότι αφορά την υποχρέωση καταβολής εισφορών υπέρ των Δικηγορικών Συλλόγων, Ασφαλιστικών Φορέων, διανεμητικών λογαριασμών, παρακράτηση φόρου 15% και απόδοση Φ.Π.Α. 23%, η δικηγορική αμοιβή επί της οποίας και αυτές υπολογίζονται τεκμαίρεται ότι είναι ίση με την νόμιμη πάγια αμοιβή των γραμματίων προείσπραξης ή των γραμματίων προκαταβολής. Ειδικά όταν πρόκειται για παράσταση σε συμβόλαια, η νόμιμη αμοιβή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1, 2 του Ν. 3919/2011(συμβ/φοι) που εφαρμόζεται αναλόγως ή σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 161 του Κωδ. Δικηγόρων όπως ισχύει σήμερα.
Αναλογικός προσδιορισμός της νόμιμης αμοιβής με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν 3919/2011 (συμ/φων) ή με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 161 Κωδ. Δικηγόρων - εναλλακτικά - αναλογικός προσδιορισμός με τον προϋφιστάμενο του ν. 3919/2011 τρόπο με ταυτόχρονη τροποποίηση του άρθρου 98 Κωδ. Δικηγόρων, όπως αναφέρεται παραπάνω.
Ειδικά σε ότι αφορά τα γραμμάτια προείσπραξης ή τα γραμμάτια προκαταβολής να γίνει τροποποίηση του άρθρου 201 παρ. 6 Κωδ. Δικηγόρων με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε.
Εξαίρεση των Κοινοτικών Δικηγόρων που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (οδηγία 77/249) από την υποχρέωση προκαταβολής εισφορών υπέρ Δικηγορικού Συλλόγου, Ασφαλ. φορέων και διανεμητικών λογαριασμών.
Γ. α) Σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δ.Σ.Ε σε ότι αφορά την εξουσιοδότηση του εδαφ. 8 του άρθρου 92 παρ. 1 Κωδ. Δικηγόρων.
β) Καθορισμός με τυπικό νόμο του ποσοστού αναφοράς και του ποσού αναφοράς των γραμματίων προκαταβολής εισφορών (αρθ. 96 Κωδ. Δικηγόρων όπως ισχύει σήμερα) που υπολογίζονται επί της πάγιας νόμιμης αμοιβής. Η ΚΥΑ της παραγράφου αυτής να αφορά μόνο ανακατανομή των επί μέρους ποσοστών και όχι το συνολικό ποσοστό, και να εκδίδεται με σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων. Κατόπιν των ανωτέρω οι λοιπές εξουσιοδοτήσεις δεν έχουν νόημα.
γ) Διανεμητικοί λογαριασμοί: Τροποποίηση των άρθρων 200 παρ. γ. Κωδ. Δικηγόρων, ώστε η αρμοδιότητα αυτή της Γ.Σ του Δικηγορικού Συλλόγου να καταλαμβάνει και τους διανεμητικούς λογαριασμούς προς άρση κάθε αμφισβήτησης.
Οι κανονιστικές πράξεις κατ΄ εξουσιοδότηση των παρ. 2 και 3 του άρθρου 161 Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει, να εκδίδονται και με σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των 2/3 του ΔΣ του Συλλόγου μετά από απόφαση της Γ.Σ. του Συλλόγου που λαμβάνεται με την πλειοψηφία του άρθρου 200 Κώδικα Δικηγόρων.
δ) Η εξουσιοδότηση της παρ. 16 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011 να ασκείται μετά από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων στην οποία γνώμη να αναφέρονται ρητά οι διατάξεις που προσαρμόζονται.
Εξαίρεση των Κοινοτικών Δικηγόρων που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (οδηγία 77/249) από την υποχρέωση προκαταβολής εισφορών υπέρ Δικηγορικού Συλλόγου, Ασφαλ. φορέων και διανεμητικών λογαριασμών.
27. Σε ότι αφορά την απαγόρευση σύστασης κεφαλαιουχικών Δικηγορικών εταιρειών, πρέπει να ζητηθεί η διατήρησή της. Άλλως, να επιτραπεί η σύστασή τους με τις ακόλουθες εγγυήσεις (ενδεικτική η αναφορά): εγγραφή στα μητρώα δικηγορικών εταιρειών του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας της εταιρείας, έγκριση της σύστασης με απόφαση του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, μέλη της εταιρείας να είναι μόνο Δικηγόροι, η κατοχή μετοχικού κεφαλαίου να επιτρέπεται μόνο σε Δικηγόρο, οι μετοχές να είναι ονομαστικές μέχρι τον τελευταίο μέτοχο, παρακατάθεση των μετοχών στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ως θεματοφύλακα, διαφάνεια ως προς την προέλευση του μετοχικού κεφαλαίου, απαγόρευση άμεσου ή έμμεσου ελέγχου του μετοχικού κεφαλαίου ή των δραστηριοτήτων της εταιρείας από οποιονδήποτε τρίτο, μη Δικηγόρο, απαγόρευση σύστασης θυγατρικής εταιρείας με άλλη Α.Ε ή ΕΠΕ, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της εταιρείας και των εταίρων με τον δικηγόρο που χειρίζεται υπόθεση της εταιρείας κ.λ.π.
28. Με Π.Δ/γμα της παρ.4 του άρθρου 2 του Ν. 3919/2011 σε συνδυασμό με την όμοια εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 26 του Ν. 3844/2010, να απαγορευθεί ρητά η σύσταση πολυεπαγγελματικής εταιρείας μεταξύ Δικηγόρων και άλλων επαγγελματιών, μη δικηγόρων. Άλλως και σε κάθε περίπτωση με το ως άνω Π.Δ να ανατεθεί η αρμοδιότητα έγκρισης της σύστασης τέτοιας εταιρείας στον Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της εταιρείας και του ελέγχου της συμβατότητας της σύστασης και λειτουργίας της εταιρείας αυτής με τις εγγυήσεις του άρθρου 25 της οδηγίας 2006/123.
29. Υπενθυμίζεται ότι εκκρεμεί η έκδοση π.δ/τος για τους όρους της διαφήμισης (αρθ. 25 παρ.3 Ν. 3844/2010) και η έκδοση Υ.Α με την οποία πρέπει να ορισθεί ότι οι Δικηγόροι ασφαλίζονται για την επαγγελματική ευθύνη μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 24 ν. 3844/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 73 παρ. 4 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ). Ανάλυση του περιεχομένου των εξουσιοδοτήσεων θα γίνει προφορικά.
30. Υπενθυμίζεται επίσης ότι με την εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 26 ν. 3844/2010 πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ η απαγόρευση άσκησης πολλαπλών δραστηριοτήτων στους Δικηγόρους. Άλλως, και σε κάθε περίπτωση, να καθορισθούν περιοριστικά οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες και να ανατεθεί η αρμοδιότητα έγκρισης των δραστηριοτήτων αυτών (από την άποψη της συμβατότητάς τους με τις εγγυήσεις του άρθρου 25 της Οδηγίας 2006/123 και το κύρος του Δικηγορικού Λειτουργήματος) στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Ανάλυση του ειδικότερου περιεχομένου της εξουσιοδότησης θα γίνει προφορικά.
31. Τέλος υπενθυμίζονται τα εξής:
α) Εκκρεμούν ενώπιον του Διοικ. Εφ. Αθηνών προσφυγές Δικηγ. Συλλόγων και Δικηγόρων κατά της 413/V/2008 απόφασης της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού και πρέπει να συζητηθεί και το θέμα αυτό. Σημειωτέο ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού με γνώμη της μετέβαλε άποψη για τους εδαφικούς περιορισμούς και τα ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών.
Εκκρεμεί η έκδοση απόφασης από τον Υπουργό Οικονομικών για τον τρόπο απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου 15%, η οποία (παρακράτηση και απόδοση) πρέπει να ανατεθεί εκ νέου στους Δικηγορικούς Συλλόγους (αρθ. 20 παρ. 7 περίπτ. ζ του Ν. 3943/2011).
